Χρησιμοποιοποιώντας τὴν Ἰστοσελίδα τῆς Μητροπόλεως ἀποδέχεσθε σιωπηρῶς τοὺς ὅρους διαχείρισης προσωπικῶν δεδομένων.
  • Εἰδήσεις

Τὸ Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2026, πραγματοποιήθηκαν στὴ Βουδαπέστη τὰ Θυρανοίξια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ ἐγκαινιάσθηκε τὸ Ὀρθόδοξο Κέντρο Διαλόγου «Fanarion» ἀπὸ τὴν Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότητα, τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο. Ὁ Παναγιώτατος τέλεσε τὸν Ἁγιασμὸ καὶ χοροστάτησε στὴ Θεία Λειτουργία ποὺ ἀκολούθησε, μὲ τὴ συμμετοχὴ πλήθους Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν παρουσία τοῦ Γενικοῦ Γραμματέα Θρησκευμάτων Γεωργίου Καλαϊτζῆ ὡς Ἐκπροσώπου τοῦ Ἕλληνα Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη, τῆς Πρέσβεως Αἰκατερίνης Κόϊκα ὡς Ἐκπροσώπου τοῦ Ἕλληνα Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν Γιώργου Γεραπετρίτη, τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος στὴν Οὑγγαρία κ. Σπυρίδωνος Βούλγαρη, τῆς Κύπρου κ. Ὅμηρου Μαυρομάτη καὶ ἄλλων διπλωματικῶν ἀποστολῶν. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας δόθηκε πλούσιο πολιτιστικὸ πρόγραμμα ἀπὸ τὸ Σχολεῖο τῆς Ἐξαρχίας, προβλήθηκε ταινία τοῦ John Harrison γιὰ τὴν ἱστόρηση τοῦ Ναοῦ καὶ ἐγκαινιάσθηκε ἡ Ἔκθεση «ICON. ΕΙΚΟΝΑ. IKON» τοῦ Γιώργου Κόρδη. Ἡ ἡμέρα ὁλοκληρώθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀρχιερατικὸ Ἑσπερινό, στὸν ὁποῖο χοροστάτησε ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης κ. Εὐγένιος, ἐνῶ ἀκολούθησε δεξίωση στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ Κέντρου.

Στὴν προσφώνησή του πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αὐστρίας καὶ Ἔξαρχος Οὑγγαρίας κ. Ἀρσένιος εὐχαρίστησε τὸν Παναγιώτατο γιὰ τὴν παρουσία του, λέγοντας ὅτι «ἀνοίγεται μιὰ νέα θύρα γιὰ νὰ φανερώσει ἐκεῖνο ποὺ ἐπὶ πολὺ χρόνον ἐκυοφορεῖτο ἐν σιωπῇ. Ἀποκαλύπτεται μία χειροπιαστὴ πραγματικότητα ἡ ὁποία εἶναι μεταμόρφωση τῆς μνήμης σὲ ἐλπίδα καὶ τῆς ἱστορίας σὲ εὐθύνη». Σὲ ἄλλη συνάφεια τόνισε ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης «στὴ συνείδηση τῶν πιστῶν εἶναι φορεὺς μνήμης καὶ διάκονος ἑνότητος. Στὸ πρόσωπο τοῦ Πατριάρχου συνοψίζεται μία ἱστορία αἰώνων, ποτισμένη μὲ τὸ αἷμα τῶν Μαρτύρων, τὴν σοφία τῶν Πατέρων, τὴν παρακαταθήκη τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ὑπομονὴ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Ξεκινώντας τὴν προσφώνησή του, ξετύλιξε τὸ νῆμα τῆς ἱστορίας ποὺ συνδέει τὴ γῆ τῶν Μαγυάρων μὲ τὴ Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ἐπισκόπου Ἱεροθέου καὶ τοῦ Βασιλέως Στεφάνου καὶ τὴν παρουσία στὴ Βουδαπέστη Ἑλλήνων ὅπως ὁ Σίμων Σίνας καὶ ὁ Γεώργιος Ζαβίρας, ἕως καὶ τὶς ἡμέρες μας. Ἀναφέρθηκε στὴν πρόσφατη ἱστορία τῆς Ἐξαρχίας, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε τὸ λίκνο μιᾶς πολυεθνοῦς κοινότητας καί, διαφυλάσσοντας τὴν πολιτιστικὴ κληρονομιὰ τῆς Οὑγγαρίας, παρουσίασε ἀπὸ τὰ πρῶτα της βήματα πλούσιο καὶ πολυποίκιλο ἔργο. Ἀνέφερε χαρακτηριστικά: «σήμερα διακονοῦμε κοινότητες διαφορετικῶν γλωσσῶν, διαφυλάσσομε τὴν ὀρθόδοξη πολιτιστικὴ κληρονομιὰ τῆς Οὑγγαρίας, προστατεύομε ἔργα τέχνης, διδάσκομε, ἐκδίδομε βιβλία, βοηθοῦμε τοὺς ἐνδεεῖς καὶ ὑποδεχόμαστε ἐκείνους ποὺ ὁ πόλεμος ξερίζωσε ἀπὸ τὰ σπίτια τους, προσπαθῶντας νὰ τοὺς προσφέρωμε ὄχι μόνον στέγη, ἀλλὰ καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι δὲν εἶναι μόνοι». Στὴ συνέχεια ὁ Σεβασμιώτατος ἐξήγησε τὴ σημασία τῆς ἐπιλογῆς τοῦ ὀνόματος τοῦ νέου Ὀρθοδόξου Κέντρου Διαλόγου ὡς ἀναφορὰ στὸ σεπτὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὡς φιλόξενο καὶ ἀνοιχτὸ χῶρο συναντήσεως καὶ παιδείας στὸ μεταίχμιο ἀνάμεσα σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Ἀκολούθως μίλησε γιὰ τὴν πορεία τῶν ἐργασιῶν ἀποκαταστάσεως, σχεδιασμοῦ καὶ ὑλοποιήσεως τοῦ Κέντρου, οἱ ὁποῖες ὑπῆρξαν ἀποτέλεσμα τοῦ μόχθου πολλῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους εὐχαρίστησε μὲ εἰδικὴ ἀναφορά, καὶ τελοῦσαν ὑπὸ τὴ σκέπη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν.

Μὲ εὐγνωμοσύνη ἀνέφερε ὅτι «στρεφόμαστε πρὸς τὴν Οὑγγαρία. Εὐχαριστοῦμε τὸ Οὑγγρικὸ Κράτος καὶ τὸν εὐγενῆ οὑγγρικὸ λαὸ γιὰ τὴ γενναιόδωρη στήριξη καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη μὲ τὴν ὁποία περιέβαλαν αὐτὸ τὸ ἔργο. Δὲν θεωροῦμε αὐτὴν τὴν προσφορὰ ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ μία παλαιὰ ἀπώλεια, οὔτε ὡς ἀποζημίωση, ἀλλὰ τὴν δεχόμεθα ὡς ἐμπιστοσύνη. Ἔχομε τὴν πεποίθηση ὅτι μία παράδοση ποὺ ριζώνει περισσότερο ἀπὸ χίλια χρόνια σὲ αὐτὴ τὴ γῆ δὲν ἀνήκει μόνον στὸ παρελθόν της, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ οἰκοδομεῖ καὶ τὸ μέλλον της. Στὴν ἐμπιστοσύνη αὐτὴ ὀφείλομε νὰ ἀπαντήσωμε μὲ διακονία». Καταλήγοντας ἀνέφερε: «ἀπὸ αὔριο αὐτὸ τὸ κτήριο εἴθε νὰ γεμίσει ζωή, προσευχή, βιβλία καὶ γνώση, μουσικὴ καὶ τέχνη, παιδιὰ καὶ νέους, ἐπιστήμονες, κληρικούς, καλλιτέχνες, προσκυνητές, ξένους καὶ φίλους· νὰ γίνωνται συναντήσεις ἀνθρώπου μὲ ἄνθρωπο ἐξ Ἀνατολῆς καὶ ἐκ τῆς Δύσεως, μνήμης καὶ μέλλοντος, πολιτισμοῦ καὶ πίστεως· νὰ γεννηθοῦν ἐρωτήματα καί, ἂν ὁ Θεὸς τὸ εὐλογήσει, νὰ δοθοῦν ἀπαντήσεις».

Στὴν ὁμιλία του ὁ Παναγιώτατος ἐξέφρασε τὴν εὐγνωμοσύνη τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Οὑγγρικὴ Πολιτεία καὶ τὸν εὐγενῆ λαὸ τῆς Οὑγγαρίας, εὐχαριστώντας τὴν προηγούμενη καὶ τὴ σημερινὴ Κυβέρνηση τῆς Οὑγγαρίας γιὰ τὴν καθοριστικὴ συμβολή τους στὸ ὅλο ἐγχείρημα, ὡς γενναία ὑλικὴ προσφορὰ καὶ ἐπίδειξη ἐμπιστοσύνης ποὺ καταγράφει τὰ ὀνόματά τους στὶς δέλτους τῆς ἱστορίας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ στὶς καρδιὲς τῶν ἑκατομμυρίων μελῶν τοῦ ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη χριστεπωνύμου πληρώματός της, ἐκφράζοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τὸ «ἀνταποδώσῃ εἰς ὑμᾶς κατὰ τὴν καρδίαν σας, δι᾿ ὅσα καλὰ ἐποιήσατε διὰ τὸ Κέντρον Διαλόγου “Φανάριον”, ἵνα δοξάζηται εἰς τὴν ἱστορικὴν καὶ εὐλογημένην Οὑγγαρίαν καὶ ἐν ἁπάσῃ τῇ Οἰκουμένῃ τὸ πάντιμον ὄνομα Αὐτοῦ».

Στὴ συνέχεια ὁ Παναγιώτατος ἀναφέρθηκε στοὺς προστάτες καὶ ἐφόρους τοῦ Κέντρου Ἁγίους Τρεῖς Ἱεράρχες, Βασίλειο τὸν Μέγα, Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ἐπισημαίνοντας ὅτι κατὰ τοὺς Πατέρες «κλειστὸς ἄνθρωπος ἐκπροσωπεῖ διὰ τοὺς Πατέρας μίαν κατ᾿ ἐξοχὴν ἠλλοτριωμένην μορφὴν ἀνθρωπίνου εἶναι … Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ μεγάλοι θεολόγοι μας ἔδωκαν ἰδιαιτέραν ἔμφασιν εἰς τὸ κοινωνικὸν περιεχόμενον τῆς ἐλευθερίας, εἰς τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἀδελφοσύνην καὶ τὴν ἀλληλεγγύην, εἰς τὴν ἀδιάσπαστον ἑνότητα τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, τὸν συνάνθρωπον καὶ ἀδελφόν». Ἐπέστησε ὡστόσο τὴν προσοχὴ στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ πρέπει νὰ παραβλέπει μὲ ἀδιαφορία τὴ διάσταση τοῦ Ὑπερβατικοῦ, καθὼς αὐτὴ ἔχει συνέπειες στὴν ἀνάπτυξη τοῦ πολιτισμοῦ, ἐξηγώντας ὅτι «ἀναφορὰ εἰς τὸν Θεὸν ἀποτελεῖ πηγὴν ἐμπνεύσεως, ὀξύνει τὸ αἰσθητήριόν μας διὰ τὸ δέον καὶ τὸ πρακτέον καὶ ἐνισχύει τὴν ἀνθρωπίνην προσπάθειαν, ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὴ εὑρίσκεται ἐνώπιον δυσεπιλύτων προβλημάτων καὶ ἀνυπερβλήτων ἐμποδίων».

Ἐνώπιον τῶν προσκεκλημένων ὁ Παναγιώτατος ἐξήγησε ὅτι «τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἠγωνίσθη καὶ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς φαλκιδεύσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἰς τὰς ποικίλας μορφάς της, στιγματίζει τὸν ρατσισμόν, τὰς διακρίσεις, τὰς συγχρόνους μορφὰς δουλείας, ἀνθίσταται εἰς τὰς δυνάμεις καὶ τὰς τάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποσκάπτουν τὴν κοινωνικὴν συνοχήν». Σὲ αὐτὴ τὴ συνάφεια μάλιστα ἐπεσήμανε ὅτι «δυστυχῶς, σήμερον, ἠθελημέναι παρανοήσεις, ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ἐκ μέρους τῶν μὴ χριστιανικῶν θρησκειῶν ὡς τοῦ “Δουρείου ἵππου τῆς Δύσεως”, μὲ στόχον τὴν πολιτισμικὴν ἐπικράτησιν, ἐνστάσεις περὶ διαβρώσεως τῶν κοινοτικῶν παραδόσεών των διὰ μέσου τοῦ δυτικοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ, ὁδηγοῦν εἰς ἠχηρὰς ἀμφισβητήσεις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὡς “παγκοσμίου ἀνθρωπιστικοῦ κριτηρίου”». Κατ᾽ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἐξήγησε ὅτι ὁ διάλογος γιὰ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου δίνει τὴν εὐκαιρία στὶς θρησκεῖες νὰ προβάλουν τὶς ἀνθρωπιστικές τους παραδοχὲς καὶ συμβάλλει στὴν ἀνάδειξη τῆς σημασίας τῆς θεολογικῆς προσεγγίσεως γιὰ τὴ βαθύτερη κατανόησή τους.

Ὅπως ἐπισήμανε, ἡ ὑποχώρηση τοῦ θρησκευτικοῦ προσανατολισμοῦ καὶ ἡ λήθη τῆς πνευματικῆς διαστάσεως ἐξασθενοῦν τὴν αἴσθηση τοῦ ἀπαραβίαστου τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων του. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Παναγιώτατος κάλεσε τοὺς παρευρισκομένους νὰ μὴ συγχέουν τὴν καλῶς νοούμενη θρησκευτικότητα μὲ τὸν φονταμενταλισμό, ποὺ ἀποτελεῖ νοσηρὴ ἔκφρασή της, ἐξηγώντας ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι δύναμη εἰρηνοποιΐας, καὶ ἐπανέλαβε τὴ θέση τὴν ὁποία ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια τονίζει: «Πόλεμος ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας εἶναι πόλεμος κατὰ τῆς θρησκείας».

Διευκρίνισε ὡστόσο ὅτι ἡ ἔννοια τῆς χριστιανικῆς ἐλευθερίας δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὴν ἔννοια τῆς αὐτόνομης ἐλευθερίας στὸ πλαίσιο τῆς νεωτερικότητας, λέγοντας ὅτι «ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι νὰ ταυτίζῃ τὸν σύγχρονον κόσμον μὲ τὴν “ἁμαρτωλὴν Νινευί” καὶ νὰ ζητῇ, ὡς ὁ προφήτης Ἰωνᾶς, τὴν τιμωρίαν καὶ τὴν καταστροφήν του. Τὸ ζητούμενον εἶναι ὄχι ἡ ἀπόρριψις ἀλλὰ ἡ συμβολὴ εἰς τὴν μεταμόρφωσιν τοῦ κόσμου, ἡ μετοχὴ ὄχι ἡ ἀποχή, ὁ διάλογος ὄχι ὁ ἄγονος ἀντίλογος». Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἐσωστρεφὴς καὶ ἐθνοκεντρική, οὔτε ἀρνητικὴ ἀπέναντι στὸν διάλογο μὲ τὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο καὶ τὶς ἄλλες θρησκεῖες, οὔτε ἀδιάφορη γιὰ τὴ συνάντηση μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο. Ὅπως ἀκριβῶς δὲν θὰ πρέπει, ἐντὸς τῶν τειχῶν, νὰ ἀρκεῖται στὸν ἔπαινο γιὰ τὴν ἀκλόνητη πιστότητα στὴν παράδοση καὶ τὸ γνήσιο ὀρθόδοξο φρόνημα, ἔτσι ἀκριβῶς δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους μὲ κριτικὴ διάθεση πρὸς τὴ δῆθεν «κλειστὴ» Ὀρθοδοξία.

Τέλος, ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας: «αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος τοῦ ΟἰκουμενικοῦΠατριαρχείου θὰ ἐνσαρκώνῃ, θὰ ἐκπροσωπῇ καὶ θὰ ἐκφράζῃ τὸ Κέντρον Διαλόγου “Φανάριον” εἰς τὴνΒουδαπέστην. Τὸ “Φανάριον” θὰ μαρτυρῇ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ὑπερβαίνει ἐθνικοὺς καὶ πολιτισμικοὺς φραγμούς, ἐξωτερικὰ καὶ ἄλλα ἐπὶ μέρους ταυτοτικὰ χαρακτηριστικά, ἐντὸς τῆς “καινότητος ζωῆς” καὶ τῆς “εὐρυχωρίας τῆς ἐλευθερίας” τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως. Εἰς τὸ κέντρον τῆς ἱστορικῆς Βουδαπέστης ἀνοίγει πλέον “ἕνα παράθυρο πρὸς τὴν οἰκουμένη”. Ἐδῶ, ἡ θεολογία θὰ συνομιλῇ μὲ τὸν πολιτισμόν, μὲ τὴν ἐπιστήμην, μὲ τὰ μεγάλα ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα, τοὺς ὁραματισμοὺς καὶ τὰς ἐλπίδας τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου». Θεώρησε τὴν ἐξέλιξη αὐτὴ ὡς ἐπιστέγασμα τῆς πορείας δέκα καὶ πλέον ἐτῶν σχέσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὸν οὑγγρικὸ λαό, ἡ ὁποία ξεκίνησε μὲ τὴν ἁγιοκατάταξη τῶν Ἁγίων Ἱεροθέου καὶ Στεφάνου τὸ ἔτος 2000.

Καταλήγοντας, ὁ Παναγιώτατος ἀπένειμε τὸν πατρικὸ ἔπαινο τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αὐστρίας καὶ Ἔξαρχο Οὑγγαρίας, καθὼς καὶ στοὺς Βοηθοὺς Ἐπισκόπους του, Ἀπαμείας κ. Παΐσιο καὶ Ἀρίστης κ. Μάξιμο, εὐχαριστώντας τοὺς συντελεστὲς τοῦ ἔργου.

Μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία προβλήθηκε στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου ταινία τοῦ John Harrison γιὰ τὴν ἱστόρηση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ τῶν Παρεκκλησίων τοῦ Κέντρου ἀπὸ τὸν διακεκριμένο ἁγιογράφο Γιώργο Κόρδη καὶ τοὺς συνεργάτες του. Παρεμβλήθηκε πολιτιστικὸ πρόγραμμα τοῦ Σχολείου «Οἰκογένεια» τῆς Ἐξαρχίας στὸ Keszthely, μὲ παραδοσιακὰ τραγούδια τῆς περιοχῆς, καθὼς καὶ πρόγραμμα μικρῆς ὁμάδας παιδιῶν ἀπὸ τὴν Οὐκρανία, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐναρκτήριας ἐκθέσεως «ICON. ΕΙΚΟΝΑ. IKON» μὲ ἐπιλεγμένα ἔργα τοῦ Γιώργου Κόρδη. Στὸ πλαίσιο τῆς ἐκδηλώσεως αὐτῆς ἐκδόθηκε εἰδικὸς κατάλογος μὲ τὴν παρουσίαση τῶν ἔργων.

Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας τελέσθηκε Μέγας Ἀρχιερατικὸς Ἑσπερινὸς χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Εὐγενίου, ὁ ὁποῖος, ὅπως καὶ ἡ Θεία Λειτουργία τὸ πρωί, ἐψάλη στὰ οὑγγρικὰ ἀπὸ τὴ χορωδία τῆς Ἐξαρχίας καὶ στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὴ χορωδία τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αὐστρίας, ἡ ὁποία μετέβη γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀπὸ τὴ Βιέννη. Ἀκολούθησε δεξίωση στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ Κέντρου, ὅπου δόθηκε ἡ εὐκαιρία γιὰ συνάντηση καὶ συνομιλία.

Φωτογραφίες: Ficsor Márton